Καθ. Βασιλική Κατή (ΠΙ)
Προσωπική ιστοσελίδα: https://bc.lab.uoi.gr/el/who-we-are/vassiliki-kati/
Επίσημη ιστοσελίδα: https://bc.lab.uoi.gr/el/, https://uoi.gr/
Αν. Καθ. Γιώργος Φωτιάδης (ΓΠΑ)
Προσωπική ιστοσελίδα: https://www.researchgate.net/profile/Georgios-Fotiadis-2
Επίσημη ιστοσελίδα: http://votaniki.gr/, https://www2.aua.gr/el
Επικ. Καθ. Γιώργος Αδαμίδης (ΠΠ)
Προσωπική ιστοσελίδα: https://www.researchgate.net/profile/George-Adamidis-2
Επίσημη ιστοσελίδα: https://www.upatras.gr/
Καθ. Μιχάλης Βραχνάκης (ΠΘ)
Προσωπική ιστοσελίδα: https://www.researchgate.net/profile/Michael-Vrahnakis
Επίσημη ιστοσελίδα: https://www.uth.gr/
Επικ. Καθ. Χαρίλαος Γιώτης, λειτουργική βιολογία φυτών
Δρ. Κωνσταντίνα Ζωγράφου, εντομολόγος
Δρ. Όλγα Τζωρτζακάκη, εντομολόγος
Δρ. Χαριτάκης Παπαϊωάννου, βιολόγος διατήρησης
Δρ. Χριστίνα Κασσάρα, ειδική GIS
Δρ. Μαρία Πετρίδου, βιολόγος διατήρησης
Κωνσταντίνα Νάσιου, βιολόγος, Υπ. Διδάκτορας
Αποστόλης Στεφανίδης, βιολόγος, Υπ. Διδάκτορας
Νίκη Ευαγγελοπούλου, οικονομολόγος
Ευφροσύνη Βαρούχα, βιολόγος, βοηθός πεδίου
Επικ. Καθ. Δημήτριος Ζιανής, ειδικός τηλεπισκόπησης
Στέφανος Προφήτης, δασολόγος, Μεταπτυχιακός φοιτητής
Ιωάννα Νανοπούλου, περιβαλλοντολόγος, Υπ. Διδάκτορας
Αν. Καθ. Ιωάννης Καζόγλου, γεωπόνος/ λιβαδοπόνος
Καθ. Νικόλαος Γκουγκουλιάς, εδαφολόγος
Δημήτριος Οικονόμου, γεωπόνος, Υπ. Διδάκτορας
Πηνελόπη Αλεξάκη, οικονομολόγος
Το LIVEMOUNT είναι ένα διεπιστημονικό έργο που περιλαμβάνει 11 επιστημονικούς τομείς: εδαφολογία, βοτανική, εντομολογία, λειτουργική οικολογία, οικοφυσιολογία, κοινωνικές επιστήμες, οικολογική μοντελοποίηση, χωρική χαρτογράφηση, κλιματική αλλαγή, λιβαδοπονία και περιβαλλοντική πολιτική.
Το έργο επικεντρώνεται στα ορεινά λιβάδια της οροσειράς της Πίνδου, καλύπτοντας εννέα βουνά (δίκτυο Natura 2000). Για να μελετήσουμε την επίδραση της εντατικής βόσκησης και της ξηρασίας στη λειτουργική και ταξινομική ποικιλότητα, επιλέξαμε 32 περιοχές χωρίς δενδροκάλυψη, σε υψόμετρο από 1.470 έως 1.850 m, μεγιστοποιώντας τη διαβάθμιση της λιβαδικής ποιότητας (διαφορά Leaf Area Index) και της υγρασίας (mean Normalized Difference Infrared (Moisture) Index), λαμβάνοντας υπόψιν την χρονική περίοδο 2019-2023. Στην συνέχεια, προσδιορίσαμε τη βοσκοφόρτωση (μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο - LU/ha) σε κάθε περιοχή μέσω στοχευμένων συνεντεύξεων με κτηνοτρόφους.
Επιλέξαμε τρείς ταξινομικές ομάδες – φυτά, Ορθόπτερα και πεταλούδες – που αντιστοιχούν σε διαφορετικά τροφικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά (π.χ. παραγωγή βιομάζας, κύκλος θρεπτικών ουσιών και επικονίαση), είναι ευαίσθητες μικροκλιματικές δείκτες και ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στην αλλαγή του καθεστώτος βόσκησης.





Η δειγματοληψία έγινε εντός μία περιοχής 300x100m, όπου πραγματοποιήθηκαν όλες οι μετρήσεις σε συστοιχισμένη δόμηση. Οι πεταλούδες καταγράφηκαν σε μία διαδρομή (300x5m) ανά περιοχή, ενώ τα Ορθόπτερα, τα φυτά και οι μικροπεριβαλλοντικοί παράμετροι καταγράφηκαν σε τετράγωνα (5x5m). Κάθε διαδρομή πεταλούδων περιλάμβανε τέσσερα τετράγωνα, τοποθετημένα στα 0, 100, 200 και 300m κατά μήκος της. Τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των φυτών και οι φυτικές προσβολές μετρήθηκαν σε δύο και τέσσερα τετράγωνα (5x5m), αντίστοιχα, ανά διαδρομή. Η υπεδάφια βιομάζα (βοσκοϊκανότητα) συλλέχθηκε σε τρία τετράγωνα 0.5x0.5m ανά μεγαλύτερο τετράγωνο (5x5m), ενώ για τις εδαφικές ιδιότητες συλλέχθηκαν τέσσερα δείγματα ανά διαδρομή. Τα οικοφυσιολογικά χαρακτηριστικά των φυτών μετρήθηκαν σε 2-4 τετράγωνα (5x5m) ανά περιοχή. Η δειγματοληψία πεταλούδων και μικροενδιαιτήματος πραγματοποιήθηκε σε τρεις εποχικές επισκέψεις.
|
Κατηγορία |
Δειγματοληπτική περιοχή |
Εμβαδόν (m2) |
Αριθμός |
Δειγματοληπτικές επιφάνειες |
Επισκέψεις |
Συνολικά δείγματα |
Είδη |
Μετρήσεις |
Μονάδες |
|
Πεταλούδες |
Διαδρομή |
1500 |
1 |
32 |
3 |
96 |
104 |
3393 |
Άτομα |
|
Ορθόπτερα |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
4 |
32 |
1 |
128 |
47 |
3090 |
Άτομα |
|
Φυτά |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
4 |
32 |
1 |
128 |
227 |
2680 |
Άτομα |
|
Μικροπεριβαλλοντικές παράμετροι |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
4 |
32 |
3 |
384 |
/ |
14 |
Παράμετροι |
|
Λειτουργικά χαρακτηριστικά φυτών |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
2 |
32 |
1 |
64 |
46 |
408 |
Λειτουργικά χαρακτηριστικά φυτών |
|
Φυτικές προσβολές |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
4 |
32 |
1 |
128 |
53 |
3496 |
Αριθμός φυτικών προσβολών |
|
Βοσκοϊκανότητα |
Τετράγωνο (0.5x0.5m) |
0.25 |
12 |
32 |
1 |
384 |
/ |
/ |
Υπέργεια βιομάζα |
|
11 εδαφολογικές παράμετροι |
/ |
/ |
4 |
32 |
1 |
128 |
/ |
/ |
Δείγματα |
|
Οικοφυσιολογία |
Τετράγωνο (5x5m) |
25 |
2 έως 4 |
32 |
1 |
74 |
49 |
956 |
Μετρήσεις περί φωτοσύνθεσης/στρες |
|
Βοσκοφόρτωση |
Βοσκοτόπι |
250000 |
1 |
32 |
1 |
32 |
/ |
55 |
Συνεντεύξεις |
Τα ορεινά Μεσογειακά λιβαδικά οικοσυστήματα βρίσκονται υπό αυξημένη πίεση εξαιτίας της συνδυαστικής επίδρασης των ανθρώπινων πιέσεων και της κλιματικής αλλαγής. Συγκεκριμένα, η ανεξέλεγκτη βόσκηση και η αυξανόμενη ξηρασία ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη βιοποικιλότητα, τη λειτουργία καθώς και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που αυτά παρέχουν. Το πρόγραμμα LIVEMOUNT μελετά το τρίπτυχο βόσκησης-βιοποικιλότητας-κλιματικής αλλαγής, ενώ η παρούσα μελέτη διερευνά τα πρότυπα μεταβολής των λειτουργικών χαρακτηριστικών των κυρίαρχων φυτικών ειδών, τις προσβολές τους από φυτοφάγους και παθογόνους οργανισμούς καθώς και τη φωτοσυνθετική τους απόδοση και τον βαθμό καταπόνησής τους κατά μήκος μιας διττής διαβάθμισης βοσκητικής πίεσης και ξηρασίας. Η έρευνα διεξήχθη σε 32 περιοχές δειγματοληψίας (δίκτυο Φύση 2000), στα όρη Παρνασσός, Οίτη, Τυμφρηστός, Τζουμέρκα, Λάκμος, Μιτσικέλι, Τύμφη, Σμόλικας. Η μέτρηση των λειτουργικών χαρακτηριστικών των φυτών, πραγματοποιήθηκε σε δύο αντιπροσωπευτικά τετράγωνα 5x5m, σε κάθε περιοχή μελέτης. Σε κάθε δειγματοληπτικό τετράγωνο, μετρήθηκε η επιφάνεια, το μήκος, το πλάτος, το πάχος φύλλου, η περιεχόμενη ξηρή μάζα φύλλου και η ειδική φυλλική επιφάνεια κυρίαρχων φυτικών ειδών με συνδυαστική κάλυψη > 60-80%. Στα ίδια τετράγωνα και στα ίδια είδη, όπου αυτό ήταν δυνατό, χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι που βασίζονται στον φθορισμό της χλωροφύλλης καθώς και πορομετρία για τη μέτρηση της ικανότητας ανταλλαγής αερίων, της φωτοσυνθετικής απόδοσης και του βαθμού καταπόνησής τους. Οι προσβολές από φυτοφάγους και παθογόνους οργανισμούς καταμετρήθηκαν σε τέσσερα δειγματοληπτικά τετράγωνα. Μέρος των δειγμάτων αποθηκεύτηκε για τη μελλοντική ανάλυση της συγκέντρωσης αζώτου, φωσφόρου και άνθρακα, ενώ στην επόμενη δειγματοληπτική περίοδο, θα μετρηθούν τα ανθικά χαρακτηριστικά των κυρίαρχων ειδών (χρώμα και μέγεθος ανθέων και ποσότητα και συγκέντρωση νέκταρος). Η αποτίμηση της συνδυαστικής επίδρασης της πίεσης βόσκησης και της ξηρασίας στη λειτουργία των ορεινών λιβαδικών οικοσυστημάτων μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη καλύτερων πολιτικών διαχείρισης και διατήρησης.
Το LIVEMOUNT χειρίζεται το τρίπτυχο βόσκηση-βιοποικιλότητα-κλιματική αλλαγή με επίκεντρο τα ορεινά λιβάδια της Ελλάδας. Συνάδοντας πλήρως με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, το έργο θα συνεισφέρει στην αειφορική εφαρμογή της ορεινής κτηνοτροφίας σε συνθήκες αυξανόμενης ξηρασίας, μέσω της διατήρησης της βιοποικιλότητας και των λειτουργιών του οικοσυστήματος.
Διερευνήσαμε τα πρότυπα ταξινομικής, λειτουργικής και φυλογενετικής ποικιλότητας ορεινών κοινοτήτων πεταλούδων (80 είδη) στη Βόρεια Ελλάδα. Πραγματοποιήσαμε διατομές μήκους 300 m (3 επαναλήψεις, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2022) σε λιβάδια και δασικά ξέφωτα (1.250–1.940 m) εντός των περιοχών Natura 2000 του Σμόλικα και της Τύμφης (11 θέσεις ανά βουνό) και καταγράψαμε 20 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους. Λάβαμε υπόψη 11 λειτουργικά χαρακτηριστικά που αντιπροσωπεύουν το μέγεθος σώματος, τη διατροφή, τη διασπορά και τη φαινολογία, καθώς και ένα φυλογενετικό δέντρο, για να υπολογίσουμε 7 δείκτες λειτουργικής και 3 δείκτες φυλογενετικής ποικιλότητας. Η ανάλυση RLQ εξήγησε το 37% της διακύμανσης των λειτουργικών χαρακτηριστικών, ενώ η ανάλυση Fourth Corner ανέδειξε το 25% των σχέσεων μεταξύ μικροπεριβαλλοντικών παραμέτρων και λειτουργικών χαρακτηριστικών ως σημαντικές (LASSO), εκ των οποίων τρεις ήταν στατιστικά σημαντικές. Σε επίπεδο είδους, η Fourth Corner έδειξε πως 50 από τα 80 είδη παρουσίασαν μοναδικά πρότυπα αφθονίας, τα οποία διαμορφώθηκαν από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ λειτουργικών χαρακτηριστικών και περιβάλλοντος. Τα γενικευμένα γραμμικά μοντέλα για το σύνολο των πεταλούδων έδειξαν ότι το υψόμετρο προβλέπει αρνητικά την αφθονία και τη φυλογενετική ποικιλότητα, η κλίση προβλέπει αρνητικά τον πλούτο ειδών, το μέσο ύψος της ποώδους βλάστησης προβλέπει θετικά τον πλούτο ειδών, την αφθονία και τη φυλογενετική ποικιλότητα, ενώ η ανθοφορία προβλέπει θετικά τον πλούτο ειδών και τη λειτουργική ποικιλότητα. Αντίστοιχα μοντέλα για τα SPEC είδη πεταλούδων έδειξαν ότι το υψόμετρο, το μέσο ύψος της ποώδους βλάστησης και η ανθοφορία προβλέπουν θετικά την αφθονία τους. Η εποχιακή στατιστικά σημαντική μεταβολή του Community Temperature Index υποδεικνύει πρωιμότερη ανοιξιάτικη εμφάνιση των ψυχρόφιλων ειδών. Τα αποτελέσματά μας αναδεικνύουν τη σημασία της διατήρησης επαρκών τροφικών πόρων (ανθοφορία) και βέλτιστου ύψους ποώδους βλάστησης (μέσος όρος 11 cm) στα ορεινά λιβάδια, μέσω βιώσιμων πρακτικών βόσκησης, καθώς και τη σημασία της συμπερίληψης και των τριών πτυχών της βιοποικιλότητας. Η ανάλυση των δεδομένων χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΙΔΕΚ στο πλαίσιο του έργου LIVEMOUNT.
Το έργο LIVEMOUNT μελετά το τρίπτυχο βιοποικιλότητα-βόσκηση-κλιματική αλλαγή, με στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημικών υπηρεσιών μέσω της αειφορικής βόσκησης υπό συνθήκες αυξημένης ξηρασίας. Το έργο επικεντρώνεται σε ορεινά λιβάδια της Οροσειράς της Πίνδου, καλύπτοντας 11 βουνά (16 περιοχές Natura 2000). Επιλέξαμε 32 ανωδασικές περιοχές (1,470-1,850 m), μεγιστοποιώντας το εύρος τιμών λιβαδικής ποιότητας (ΔLAI-Leaf Area Index) και υγρασίας (NDII-Normalized Difference Infrared (Moisture) Index) για τη τελευταία πενταετία. Καθορίσαμε τη βοσκοφόρτωση (μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο) ανά περιοχή, μέσω συνεντεύξεων με κτηνοτρόφους. Οι πεταλούδες επιλέχθηκαν ως ένα από τρία μελετώμενα τάξα, λόγω της υψηλής ευαισθησίας τους σε μικροπεριβαλλοντικές μεταβολές και στη βοσκητική πίεση. Μέσω διατομών (300 x 5 m) καταγράψαμε συνολικά 104 είδη πεταλούδων, συμπεριλαμβανομένων 4 προστατευόμενων ειδών (Παράρτημα ΙΙ, Οδηγία Οικοτόπων) και μέσω δειγματοληπτικών τετραγώνων (5 x 5 m) μετρήσαμε 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους. Οι δειγματοληψίες πραγματοποιήθηκαν κατά τη βοσκητική περίοδο (Ιούνιος-Αύγουστος 2024), με τρεις εποχιακές επισκέψεις ανά περιοχή. Το επόμενο στάδιο της έρευνας αφορά τη μελέτη των προτύπων ποικιλότητας των πεταλούδων κατά μήκος της διαβάθμισης της βόσκησης και της υγρασίας, καθώς και τη διερεύνηση της συνδυαστικής επίδρασης της βοσκητικής και κλιματικής πίεσης στη ποικιλότητα τους. Η χρηματοδότηση του έργου προέρχεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας.
Τα ανωδασικά λιβάδια της Πίνδου αποτελούν οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής αξίας, με σημαντική συμβολή στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, ιδιαίτερα λόγω της φιλοξενίας σπάνιων και ενδημικών φυτικών ειδών. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη διαφοροποίηση της χλωρίδας των λιβαδιών αυτών σε επτά ορεινές περιοχές της Πίνδου. Συνολικά εγκαταστάθηκαν 84 δειγματοληπτικές επιφάνειες και καταγράφηκαν 226 taxa. Η ανάλυση έδειξε σημαντικές διαφορές στον αριθμό των taxa μεταξύ των περιοχών έρευνας, με αυτές των Αώου και Τζουμέρκων να εμφανίζουν τον μεγαλύτερο πλούτο ειδών, ενώ ο Σμόλικας και το Μιτσικέλι τη χαμηλότερη. Το Μιτσικέλι φαίνεται να έχει την υψηλότερη ομοιότητα με τις περισσότερες ορεινές περιοχές, πιθανόν λόγω έντονης βόσκησης και παρουσίας πολλών κοινών και διαταραχόφιλων ειδών. Από την άλλη ο Αώος και τα Τζουμέρκα εμφανίζουν μεταξύ τους μέτρια έως χαμηλή ομοιομορφία, σε σχέση με τις άλλες περιοχές, λόγω του μεγάλου πλούτου ειδών που φιλοξενούν.
Η βιώσιμη βόσκηση στα Μεσογειακά ορεινά λιβάδια αποτελεί πρόκληση λόγω της αυξανόμενης ξηρασίας που απορρέει από την κλιματική αλλαγή. Στόχος μας ήταν ο προσδιορισμός του βέλτιστου εύρους βοσκοφόρτωσης για τη διατήρηση της εντομοπανίδας σε ορεινά λιβάδια (1,470–1,850 m) της Οροσειράς της Πίνδου στην Ελλάδα (έντεκα βουνά, συμπεριλαμβανομένων περιοχών του δικτύου Natura 2000). Πραγματοποιήσαμε δειγματοληψίες σε 32 περιοχές κατά μήκος μίας διαβάθμισης λιβαδικής ποιότητας (LAI – Leaf Area Index) και υγρασίας (NDII – mean Normalized Difference Infrared Moisture Index). Κατά τη διάρκεια τριών εποχιακών επισκέψεων (Ιούνιος–Ιούλιος–Αύγουστος 2024), καταγράψαμε 104 είδη πεταλούδων κατά μήκος μίας διατομής (300 x 5 m) ανά περιοχή, καθώς και 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους σε τέσσερα δειγματοληπτικά τετράγωνα (5 x 5 m) ανά περιοχή. Τον Αύγουστο, καταγράψαμε 47 είδη Ορθοπτέρων στα ίδια τετράγωνα. Υπολογίσαμε έναν Χρονικά Σταθμισμένο Δείκτη Βόσκησης (TWGI - Time Weighted Grazing Index, 96 τιμές: 32 περιοχές x 3 επισκέψεις), πολλαπλασιάζοντας τις μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο (LU/ha, δεδομένα από συνεντεύξεις με 55 κτηνοτρόφους) με τον λόγο των ημερών βόσκησης προς το σύνολο των ημερών της περιόδου βλαστικής ανάπτυξης, η οποία εκφράζει τη φαινολογία των πεταλούδων. Η λιβαδική ποιότητα (LAI), η υγρασία (NDII), το ύψος και η κάλυψη της βλάστησης, καθώς και η αφθονία ανθέων μειώθηκαν σημαντικά από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο, ενώ ο TWGI και η φυλλοστρωμνή αυξήθηκαν. Τα μοντέλα (GLM) έδειξαν ότι ο TWGI επηρεάζει αρνητικά το ύψος και την κάλυψη της βλάστησης και την αφθονία ανθέων, ενώ επηρεάζει θετικά την φυλλοστρωμνή. Επιπλέον, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ύψη βλάστησης 15–20 cm εξασφαλίζουν τον υψηλότερο πλούτο και τη μεγαλύτερη αφθονία πεταλούδων (με φυλλοστρωμνή 25–30% να ευνοεί μόνο τον πλούτο πεταλούδων). Ο πλούτος Ορθοπτέρων ήταν μέγιστος σε υψόμετρα 1,650–1,750 m και σε κάλυψη βλάστησης 20–50%, ενώ η αφθονία τους συσχετίστηκε θετικά με το ύψος της βλάστησης και αρνητικά με την πετρώδης κάλυψη. Προκαταρκτικά αποτελέσματα υποδεικνύουν βοσκοφόρτωση με τιμές έως 0.11 LU/ha σε πιο ξηρούς βοσκότοπους (NDII 0.2), για τη συντήρηση επαρκών υψών και καλύψεων βλάστησης για τη διατήρηση των ορεινών κοινοτήτων πεταλούδων και Ορθοπτέρων. Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη καθορισμού βιώσιμων διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης στους ορεινούς βοσκότοπους, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις ανάγκες του κτηνοτροφικού τομέα όσο και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, υπό την κλιματική αλλαγή. Η χρηματοδότηση της έρευνας προέρχεται από το ΕΛΙΔΕΚ (έργο LIVEMOUNT).
Το LIVEMOUNT πραγματεύεται το τρίπτυχο βόσκηση–βιοποικιλότητα–κλιματική αλλαγή στα Μεσογειακά ορεινά οικοσυστήματα. Σε συνάφεια με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, το έργο συμβάλλει στην αειφορική κτηνοτροφία, μέσω της διατήρησης της βιοποικιλότητας και της λειτουργίας του οικοσυστήματος. Πραγματοποιήσαμε δειγματοληψίες σε 32 θέσεις κατά μήκος μιας διαβάθμισης λιβαδικής ποιότητας (LAI–Leaf Area Index) και υγρασίας (NDII–μέση τιμή Normalized Difference Infrared Moisture Index) σε 32 ορεινούς βοσκότοπους (>1500 m υψόμετρο) σε έντεκα ορεινούς όγκους (δίκτυο Natura 2000) της Οροσειράς της Πίνδου στην Ελλάδα. Παρουσιάζουμε εδώ τις μεθόδους και τα προκαταρκτικά αποτελέσματα. Υιοθετήσαμε ιεραρχικό (nested) σχεδιασμό δειγματοληψίας, που περιλαμβάνει μία διατομή πεταλούδων (300 m × 5 m) και τέσσερα δειγματοληπτικά τετράγωνα (5 m × 5 m) κατά μήκος της (σε αποστάσεις 75–100 m). Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο 2024 (και τον Αύγουστο για τα Ορθόπτερα) και για τις πεταλούδες και τις μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους επαναλήφθηκε τρεις φορές (Ιούνιος–Αύγουστος). Για την αποτίμηση των προτύπων βιοποικιλότητας καταγράψαμε: (i) 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους που αφορούν την τοπογραφία, την εδαφική κάλυψη, τη δομή της βλάστησης και την ανθοφορία (128 τετράγωνα), (ii) 227 taxa αγγειόσπερμων φυτών (2680 άτομα) με τη μέθοδο Braun–Blanquet (128 τετράγωνα), (iii) 104 είδη πεταλούδων (96 διαδρομές Pollard), εκ των οποίων τέσσερα προστατευόμενα είδη, και (iv) 47 είδη Ορθοπτέρων, εκ των οποίων έξι είδη περιλαμβάνονται σε κατηγορίες απειλής/είναι ενδημικά (128 τετράγωνα). Για την αποτίμηση της λειτουργίας του οικοσυστήματος μετρήσαμε: (v) έντεκα εδαφικές παραμέτρους σχετικές με φυσικοχημικές ιδιότητες και φαινόμενη πυκνότητα εδάφους, συλλέγοντας τέσσερα εδαφικά δείγματα ανά διατομή (βάθος 0–20 cm), (vi) τη φωτοσυνθετική απόδοση, την ικανότητα ανταλλαγής αερίων και τον οικοφυσιολογικό βαθμό καταπόνησης σε 956 άτομα από 49 φυτικά είδη (74 τετράγωνα), (vii) 408 μετρήσεις λειτουργικών χαρακτηριστικών σε 46 κυρίαρχα φυτικά είδη (64 τετράγωνα) και (viii) την υπέργεια βιομάζα σε τρία μικρότερα τετράγωνα 50 × 50 cm ανά τετράγωνο, συνολικά (384 δείγματα σε όλες τις διατομές), μέσω κοπής της βλάστησης σε ύψος 1–2 cm από το έδαφος, ώστε να εκτιμηθεί η διαθέσιμη βοσκήσιμη ύλη και η βοσκοϊκανότητα κάθε θέσης. Σε κάθε θέση, εκτιμήσαμε τη βοσκοφόρτωση μέσω συνεντεύξεων με 55 κτηνοτρόφους, με τιμές που κυμαίνονταν από 0,0 έως 1,8 Μονάδες Ζωικού Κεφαλαίου ανά εκτάριο (Livestock Units/ha). Θα προχωρήσουμε σε συνδυαστική ανάλυση των παραπάνω βάσεων δεδομένων, με στόχο τον προσδιορισμό του βέλτιστου εύρους βοσκοφόρτωσης που διασφαλίζει τόσο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και της λειτουργίας του οικοσυστήματος όσο και την αειφορία της κτηνοτροφίας υπό την κλιματική αλλαγή. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΙΔΕΚ (H.F.R.I.).
Η παρούσα εργασία εστιάζει στην αναγνώριση και οικολογική ταξινόμηση των τύπων οικοτόπων των ψευδαλπικών λιβαδιών της Πίνδου, βάσει δειγματοληψιών που έγιναν με τη μέθοδο του Braun-Blanquet, στα πλαίσια του προγράμματος LIVEMOUNT. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο TWINSPAN (Two-Way Indicator Species Analysis) και οδήγησε στον διαχωρισμό των δειγματοληπτικών επιφανειών σε διακριτές φυτοκοινωνιολογικές ομάδες, που αντιστοιχούν σε τύπους οικοτόπων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Για κάθε ομάδα, παρουσιάζονται τα κυρίαρχα είδη, η συνολική ποικιλότητα και η σχετική κάλυψη, ενώ εξετάζεται και η παρουσία διαγνωστικών ειδών. Τα αποτελέσματα συμβάλλουν στη λεπτομερή οικολογική αποτύπωση των ψευδαλπικών λιβαδιών της Πίνδου.
Το ερευνητικό έργο LIVEMOUNT επικεντρώθηκε σε τέσσερεις διακριτούς στόχους: 1. Αξιολόγηση του αντίκτυπου της βόσκησης ζώων στις ψευδαλπικές κοινωνίες φυτών και εντόμων υπό το στρες της ξηρασίας (ταξινομική προσέγγιση). 2. Αποσαφήνιση των υποκείμενων μηχανισμών που επηρεάζουν τη λειτουργία των ψευδαλπικών λιβαδικών συστημάτων (λειτουργική προσέγγιση). 3. Συνδυασμό της ταξινομικής και λειτουργικής προσέγγισης για την πρόταση στρατηγικών προσαρμογής της κτηνοτροφίας στην κλιματική αλλαγή και τη σύνδεσή τους με την πολιτική και την πρακτική διατήρησης. 4. Μεγιστοποίηση του επιστημονικού και κοινωνικού αντίκτυπου του έργου. Tο σημαντικότερο συμπέρασμα που προέκυψε με την ολοκλήρωση του έργου είναι ότι η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο επανεξέτασης του ρόλου της κτηνοτροφίας που ασκείται με εκτατικό τρόπο στα ελληνικά βουνά, δηλ. του παραδοσιακού ποιμενικού τρόπου. Η ελληνική ποιμενική κτηνοτροφία επιτελεί σημαντικό περιβαλλοντικό ρόλο. Διατηρεί υψηλά επίπεδα βιοποικιλότητας, συμβάλλει στην οικολογική ισορροπία των φυσικών οικοσυστημάτων και παράλληλα διασφαλίζει την προστασία και την ανεμπόδιστη παροχή των οικοσυστημικών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, υπηρεσίες εφοδιασμού (όπως τρόφιμα, νερό, καυσόξυλα), ρυθμιστικές υπηρεσίες (όπως ρύθμιση κλίματος και υδρολογίας), πολιτιστικές υπηρεσίες (όπως αναψυχή, διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας) και υπηρεσίες υποστήριξης (όπως τη βιολογική δραστηριότητα του εδάφους, επικονίαση). Παρ' όλα αυτά η εφαρμογή της ποιμενικής κτηνοτροφίας και κατ’ επέκταση του ισοζυγίου βοσκοϊκανότητας (της δυνατότητας που παρέχει η υπέργεια βιομάζα των φυτών ενός λιβαδιού να ικανοποιεί αειφορικά τις διατροφικές ανάγκες των βοσκόντων ζώων) και βοσκοφόρτωσης (του αριθμού των ζώων που οδηγείται για βόσκηση σε ένα λιβάδι) δεν εμφανίζεται ομοιόμορφα κατανεμημένο στον χώρο και τον χρόνο, με αποτέλεσμα να έχουμε κάποιες περιπτώσεις υπερβόσκηση και στις περισσότερες υποβόσκηση των λιβαδιών. Ειδικά η υποβόσκηση των λιβαδιών μας τείνει να γίνει πολύ μεγάλο πρόβλημα, δεδομένης και της πρόσφατης θανάτωσης μεγάλου αριθμού κοπαδιών. Το LIVEMOUNT αφιέρωσε συγκεκριμένο Πακέτο Εργασίας που οδηγεί με την ολοκλήρωσή του σε σειρά προτάσεων πολιτικής, οι οποίες βρίσκονται στο τελικό στάδιο επεξεργασίας τους. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η ανάγκη εκπόνησης των Διαχειριστικών Σχεδίων Βόσκησης, η διατήρηση και υποστήριξη της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, η καταγραφή της παραδοσιακής γνώσης και η εφαρμογή της αρχής της ιστορικότητας στη διαχείριση των λιβαδιών, η ενίσχυση των αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων, η σύνδεση της φυτικής με τη ζωική παραγωγή με στόχο την αποφυγή προβλημάτων τύπου lockdown και τη μείωση του κόστους παραγωγής και η εξειδίκευση στις περιοχές του δικτύου Natura 2000. Πάνω απ' όλα όμως απαιτείται η συνεργασία αρμόδιων Υπουργείων και Φορέων με στόχο την περιγραφή κι εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Ενίσχυσης της Ποιμενικής και Μετακινούμενης Κτηνοτροφίας. Το Σχέδιο αυτό θα πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία και συνάφεια με ένα Εθνικό Σχέδιο Ανάσχεσης της Απερήμωσης των Ορεινών Περιοχών. Αυτό καθόσον η ανάσχεση της απερήμωσης και της εγκατάλειψης των ορεινών κοινοτήτων μπορεί σε μεγάλο βαθμό να επιτευχθεί όταν υπάρξουν επαγγελματικές προοπτικές και ενίσχυση της τόσο ωφέλιμης, περιβαλλοντικά και κοινωνικά ποιμενικής δραστηριότητας.
Το έργο LIVEMOUNT χειρίζεται το τρίπτυχο βόσκησης-βιοποικιλότητας-κλιματικής αλλαγής στα ψευδαλπικά λιβάδια. Επιλέχθηκαν 32 ψευδαλπικά λιβάδια (1470-1850 m), διαφορετικού κλιματικού προφίλ (NDII-Normalized Difference Infrared Moisture Index) και λιβαδικής ετοιμότητας (ΔLAI-Leaf Area Index Μαΐου-Αυγούστου πέντε ετών) στην Πίνδο (όρη Παρνασσός, Οίτη, Τυμφρηστός, Τζουμέρκα, Λάκμος, Μιτσικέλι, Τύμφη, Σμόλικας) και μέσω 55 συνεντεύξεων κτηνοτρόφων εκτιμήθηκε η βοσκοφόρτωση ανά περιοχή (0-1,8 LVU/ha). Το 2024 καταγράφηκαν 104 είδη πεταλούδων (3393 άτομα) σε 32 διαδρομές (μία διαδρομή 300 x 5 m ανά περιοχή με 3 επαναλήψεις), και σε τέσσερα τετράγωνα 5 x 5m κατά μήκος της διαδρομής (128 τετράγωνα) καταγράφηκαν 227 είδη χλωρίδας (Braun-Blanquet), 47 είδη Ορθοπτέρων (3090 άτομα), και 14 περιβαλλοντικές παράμετροι. Συλλέχθηκαν τέσσερα εδαφολογικά δείγματα ανά περιοχή για τον υπολογισμό 11 εδαφολογικών παραμέτρων εργαστηριακά, 12 δείγματα υπέργειας βιομάζας σε τετράγωνα 0.5 x 0.5 m για τον υπολογισμό της ξηρής βοσκήσιμης ύλης. Μετρήθηκαν τα λειτουργικά χαρακτηριστικά σε 3 δείγματα από 43 κυρίαρχα είδη φυτών (κάλυψη >30%), και σε 49 κυρίαρχα φυτικά είδη (956 άτομα) μετρήθηκε με χρήση πορομετρίας και φθορισμού χλωροφύλλης η ικανότητα ανταλλαγής αερίων, η φωτοσυνθετική απόδοση και ο βαθμός καταπόνησής τους. Πραγματοποιείται συνθετική ανάλυση των βάσεων δεδομένων και του κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος της ορεινής κτηνοτροφίας για τον ορισμό του επιθυμητού επιπέδου βοσκοφόρτωσης που θα μεγιστοποιεί τη βιοποικιλότητα και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες, με στόχο την ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων στα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης για την ενίσχυση της ορεινής κτηνοτροφίας.
Τα ορεινά Μεσογειακά λιβαδικά οικοσυστήματα διακρίνονται για τον πλούτο της βιοποικιλότητάς τους και την παροχή σημαντικών οικοσυστημικών υπηρεσιών. Ωστόσο, απειλούνται από τη συνδυασμένη πίεση της κλιματικής αλλαγής και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κυρίως από την υπερβόσκηση και την αυξανόμενη ξηρασία. Η κατανόηση των σύνθετων αποκρίσεων σε αυτές τις πιέσεις είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική εφαρμογή στρατηγικών διατήρησης και διαχείρισης. Η παρούσα έρευνα διερευνά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ξηρασίας, βόσκησης και λειτουργικών χαρακτηριστικών των φυτών σε 32 περιοχές δειγματοληψίας (δίκτυο Natura 2000) σε ορεινές περιοχές της Ελλάδας (Παρνασσός, Οίτη, Τυμφρηστός, Τζουμέρκα, Λάκμος, Μιτσικέλι, Τύμφη και Σμόλικας). Χρησιμοποιώντας λειτουργικά χαρακτηριστικά όπως η ειδική φυλλική επιφάνεια (SLA), η περιεχόμενη ξηρή μάζα φύλλου (LDMC), η επιφάνεια και το πάχος των φύλλων, υπολογίστηκαν οι σταθμισμένοι μέσοι σε επίπεδο βιοκοινότητας (CWM) και η λειτουργική ποικιλότητα (FDis), λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη διαειδική όσο και την ενδοειδική διακύμανση. Η επίδραση της βόσκησης και της ξηρασίας στα παραπάνω εκτιμήθηκε μέσω Bayesian mixed-effects μοντέλων, τα οποία ενσωματώνουν την ιεραρχική δομή των δεδομένων. Τα αποτελέσματα μας συμβάλλουν στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι φυτικές κοινότητες ανταποκρίνονται σε περιβαλλοντικές πιέσεις και υποστηρίζει τεκμηριωμένες δράσεις διατήρησης για τα ευάλωτα ορεινά λιβαδικά οικοσυστήματα της Μεσογείου.
Η βιώσιμη βόσκηση στα Μεσογειακά οικοσυστήματα αποτελεί πρόκληση λόγω της αυξανόμενης ξηρασίας και των μεταβαλλόμενων κτηνοτροφικών πρακτικών, δημιουργώντας ένα τρίπτυχο βιοποικιλότητας-βόσκησης-ξηρασίας. Μελετήσαμε την ποικιλότητα Ορθοπτέρων σε 32 ορεινά λιβάδια (1.470–1.850 m) της Πίνδου (περιλαμβάνοντας 16 περιοχές Natura 2000), με διαφορετική λιβαδική ποιότητα (Leaf Area Index, LAI) και υγρασία (Normalized Difference Infrared Moisture Index, NDII). Τον Αύγουστο 2024, καταγράψαμε 47 είδη και 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους σε τέσσερα τετράγωνα 5 × 5 m ανά θέση. Υπολογίσαμε τη βοσκοφόρτωση (LU/ha-μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο) ανά θέση μέσω συνεντεύξεων με 55 κτηνοτρόφους. Στατιστικά μοντέλα (GLMs) έδειξαν πως το ύψος και η κάλυψη της βλάστησης, και η ανθοφορία μειώθηκαν με αυξανόμενη βοσκοφόρτωση· αυξήθηκαν με την υγρασία, ενώ η φυλλοστρωμνή μειώθηκε. Μοντέλα GAMs έδειξαν πως ο πλούτος και η αφθονία Ορθοπτέρων αυξήθηκαν με το υψόμετρο, με αφθονία μέγιστη σε ενδιάμεση (15–20 cm) και πιο ψηλή (50–60 cm) βλάστηση, αντανακλώντας τις διαφορετικές οικολογικές προτιμήσεις Καιλίφερων και Ξιφοφόρων, αντιστοίχως. Η αφθονία Καιλίφερων αυξήθηκε με το υψόμετρο, μειώθηκε με την πετρώδη κάλυψη και εμφάνισε μέγιστο στα ~20 cm βλάστησης. Η αφθονία Ξιφοφόρων αυξήθηκε με την εδαφική κάλυψη και εμφάνισε μέγιστο στα 1.700–1.800 m και στα 40–56 cm βλάστησης. Η βέλτιστη βοσκοφόρτωση προσδιορίστηκε έως 0,63 LU/ha σε πιο ξηρά (NDII0,2) λιβάδια. Κρίσιμη για την προστασία των δύο υποτάξεων είναι η ετερογένεια βλάστησης.
Η κλιματική αλλαγή και η βόσκηση είναι κύριοι παράγοντες που διαμορφώνουν την ορεινή βιοποικιλότητα. Επιδιώξαμε να προσδιορίσουμε τα βέλτιστα επίπεδα βοσκοφόρτωσης για τη διατήρηση των πεταλούδων, επιλέγοντας 32 ορεινά λιβάδια (1.470-1.850 m), κατά μήκος μίας διττής διαβάθμισης ξηρασίας (NDII-Normalized Difference Infrared Moisture Index) και λιβαδικής ποιότητας (ΔLAI-Leaf Area Index) στην Πίνδο (περιλαμβάνοντας 16 περιοχές Natura 2000). Πραγματοποιήσαμε τρεις επαναλήψεις ανά θέση μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2024. Σε κάθε θέση, καταγράψαμε πεταλούδες κατά μήκος μίας 300 x 5 m διατομής και μετρήσαμε 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους σε τέσσερα 5 x 5 m τετράγωνα, καταμετρώντας 104 είδη. Μέσω συνεντεύξεων με 55 κτηνοτρόφους, υπολογίσαμε έναν χρονικά σταθμισμένο δείκτη βόσκησης, πολλαπλασιάζοντας τις μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο (LU/ha) με τη χρονική διάρκεια βόσκησης ανά επίσκεψη. Βάσει των αποτελεσμάτων μας, οι δείκτες LAI, NDII, το ύψος και η κάλυψη βλάστησης και η ανθοφορία μειώθηκαν σημαντικά κατά τις τρεις επισκέψεις, ενώ η φυλλοστρωμνή αυξήθηκε. Στατιστικά μοντέλα (GAMs) έδειξαν ότι ο μέγιστος πλούτος ειδών εμφανίστηκε σε 15-20 cm ύψους βλάστησης και σε 25-30% κάλυψη φυλλοστρωμνής, και ότι η αφθονία αυξήθηκε γραμμικά με την ανθοφορία, με μέγιστο στο ίδιο ύψος βλάστησης. Τα αποτελέσματα μας συνάδουν με την υπόθεση της ενδιάμεσης διαταραχής, καθώς η αφθονία των πεταλούδων εμφάνισε καμπυλόγραμμη σχέση με τον δείκτη βόσκησης, καταδεικνύοντας μέγιστη βοσκοφόρτωση 0,11 LU/ha σε πιο ξηρά (NDII0,2) λιβάδια. Προτείνουμε την ενσωμάτωση τέτοιων πτυχών της βιοποικιλότητας στα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης.
Τα ανωδασικά λιβάδια της Βόρειας Πίνδου αποτελούν ιδιαίτερα και σημαντικά οικοσυστήματα, καθώς βοηθούν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, φιλοξενώντας πολλά σπάνια και ενδημικά είδη (Αθανασιάδης και συν. 2001, Παπαναστάσης 2002). Για την έρευνα αυτή, πραγματοποιήθηκε χωρολογική ανάλυση των φυτικών taxa από 84 δειγματοληπτικές επιφάνειες, οι οποίες έγιναν σε επτά ορεινές περιοχές της Πίνδου σε υψόμετρο άνω των 1470 μέτρων και καταγράφηκαν συνολικά 171 taxa. Τα περισσότερα από τα taxa αυτά είναι Ευρωπαϊκά (35%) και ακολουθούν τα Μεσογειακά (28%), ενώ υπάρχει και σημαντική παρουσία Βαλκανικών ενδημικών (22%). Με πολύ μικρότερα ποσοστά είναι τα κοσμοπολιτικά είδη (5%), και τα Ελληνικά ενδημικά (1%) (Dimopoulos et al. 2013). Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα, καθώς η γεωγραφική θέση και το υψόμετρο αυτής δικαιολογεί την επικράτηση των ευρωπαϊκών και των μεσογειακών, αλλά και τη μεγάλη παρουσία βαλκανικών και τη μικρή παρουσία των ελληνικών ενδημικών. Η σύνθεση της χλωρίδας αποτελεί αποτύπωμα τόσο των φυτών που απαντώνται στην περιοχή, όσο και της μεγάλης οικολογικής ποικιλίας στα ορεινά λιβάδια της Βόρειας Πίνδου (Προφήτης και Φωτιάδης 2025). Τα παραπάνω αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία αυτών των ορεινών οικοσυστημάτων ως κέντρα βιοποικιλότητας, αλλά και ως φυσικά παρατηρητήρια για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της αλλαγής των χρήσεων γης στη χλωρίδα των ορεινών περιοχών της Ελλάδας.
Τα μεσογειακά ορεινά λιβάδια αποτελούν σημεία υψηλής βιοποικιλότητας και παρέχουν κρίσιμες οικοσυστημικές υπηρεσίες, ωστόσο απειλούνται ολοένα και περισσότερο από την κλιματική αλλαγή και τις ανθρωπογενείς πιέσεις, όπως η υπερβόσκηση. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα οικοσυστήματα αυτά ανταποκρίνονται σε πολλαπλές πιέσεις είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική διατήρησή τους, ενώ οι συνδυασμένες επιδράσεις της ξηρασίας και της βόσκησης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκώς μελετημένες. Διερευνήσαμε τις λειτουργικές αποκρίσεις φυτικών κοινοτήτων σε 32 βοσκοτόπια (δίκτυο Natura 2000) σε ορεινές περιοχές της Ελλάδας (Παρνασσός, Οίτη, Τυμφρηστός, Τζουμέρκα, Λάκμος, Μιτσικέλι, Τύμφη και Σμόλικας). Μετρήσαμε βασικά λειτουργικά χαρακτηριστικά των φυτών, όπως την ειδική φυλλική επιφάνεια (SLA), τη περιεκτικότητα ξηρής βιομάζας φύλλου (LDMC), τη φυλλική επιφάνεια και το πάχος φύλλου, προκειμένου να υπολογίσουμε σταθμισμένους ως προς την αφθονία μέσους όρους (community-weighted means) και δείκτες λειτουργικής ποικιλότητας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη δια- όσο και την ενδοειδική μεταβλητότητα. Στη συνέχεια, εξετάσαμε την επίδραση της ξηρασίας και της βόσκησης στις παραμέτρους αυτές. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι φυτικές κοινότητες προσαρμόζονται με διακριτούς τρόπους στην ταυτόχρονη δράση περιβαλλοντικών πιέσεων και αναδεικνύουν την αξία των λειτουργικών χαρακτηριστικών ως ευαίσθητων δεικτών οικολογικών αποκρίσεων. Τα ευρήματα αυτά παρέχουν σημαντική πληροφορία για την ανάπτυξη τεκμηριωμένων στρατηγικών διατήρησης και διαχείρισης των μεσογειακών ορεινών λιβαδιών υπό συνθήκες παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής.
Η επίτευξη κλιματικά ανθεκτικής κτηνοτροφίας, διασφαλίζοντας παράλληλα τη βιοποικιλότητα, αποτελεί έναν από τους κεντρικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Στο πλαίσιο του έργου LIVEMOUNT, μελετήσαμε 32 ορεινούς βοσκότοπους σε μεγάλα υψόμετρα (>1500 m) σε 11 ορεινούς όγκους (δίκτυο Natura 2000) στην Ελλάδα, οι οποίοι ταξινομήθηκαν με βάση τον δείκτη φυλλικής επιφάνειας (LAI – ποιότητα) και τον μέσο δείκτη υγρασίας (NDII). Ένας ιεραρχικός (nested) σχεδιασμός δειγματοληψίας συνδυάζει μία διαδρομή Pollard (300×5 m) με τέσσερα τετράγωνα (5×5 m) ανά θέση. Οι δειγματοληψίες για τις πεταλούδες και τα μικροενδιαιτήματα πραγματοποιήθηκαν την περίοδο Ιούνιο–Αύγουστο 2024, και για τα Ορθόπτερα τον Αύγουστο. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα καταγράφουν 14 μεταβλητές μικροενδιαιτημάτων, 227 taxa αγγειόσπερμων φυτών, 104 είδη πεταλούδων και 47 είδη Ορθοπτέρων (εκ των οποίων έξι είναι απειλούμενα ή ενδημικά). Η λειτουργία του οικοσυστήματος αξιολογήθηκε μέσω 11 εδαφικών ιδιοτήτων (0–20 cm), φυτικής φυσιολογίας (φωτοσύνθεση, ανταλλαγή αερίων, δείκτες στρες, 956 άτομα από 49 είδη), 408 λειτουργικών χαρακτηριστικών (46 κυρίαρχα είδη) και 384 δειγμάτων βιομάζας για την εκτίμηση της βοσκοφόρτωσης και της βοσκοϊκανότητας. Συνεντεύξεις με 55 κτηνοτρόφους έδειξαν ότι η βοσκοφόρτωση κυμαινόταν από 0,0 έως 1,8 ΜΖ ha⁻¹. Ενσωματώνοντας όλα τα παραπάνω δεδομένα, θα προσδιορίσουμε τα όρια της βοσκοφόρτωσης που διατηρούν τη βιοποικιλότητα και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων υπό συνθήκες κλιματικής αλλαγής.
Η βιώσιμη βόσκηση στα Μεσογειακά ορεινά οικοσυστήματα υφίσταται πιέσεις από την αυξανόμενη ξηρασία και τις μεταβαλλόμενες πρακτικές βόσκησης, δημιουργώντας ένα σύνθετο τρίπτυχο βιοποικιλότητας-βόσκησης-κλίματος. Μελετήσαμε τις κοινότητες Ορθοπτέρων σε 32 ορεινά λιβάδια (1,470–1,850 m) της Οροσειράς της Πίνδου (11 βουνά, 16 περιοχές Natura 2000), κατά μήκος μία διαβάθμισης υγρασίας (NDII: Normalized Difference Infrared Moisture Index) και λιβαδικής ποιότητας (ΔLAI: διαφορά Leaf Area Index μεταξύ Αυγούστου–Μαΐου) (Εικ. 1). Τον Αύγουστο του 2024, καταγράψαμε 47 είδη Ορθοπτέρων και 14 μικροπεριβαλλοντικές παραμέτρους σε τέσσερα δειγματοληπτικά τετράγωνα 5 x 5 m ανά περιοχή. Μέσω συνεντεύξεων με 55 κτηνοτρόφους, υπολογίσαμε έναν Χρονικά Σταθμισμένο Δείκτη Βόσκησης (Time-Weighted Grazing Index, TWGI: μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο (LU/ha) x διάρκεια βόσκησης). Οι στατιστικοί έλεγχοι Kruskal–Wallis και οι Dunn post hoc συγκρίσεις έδειξαν ότι οι περιοχές που βόσκονται αποκλειστικά από αιγοπρόβατα παρουσίασαν μικρότερη διάρκεια βόσκησης, χαμηλότερη βοσκητική πίεση και ήταν λιγότερο ξηρές σε σύγκριση με περιοχές που βόσκονται από όλα τα είδη ζώων (αιγοπρόβατα, βοοειδή και άλογα). Η ανάλυση CCA (Canonical Correspondence Analysis) ανέδειξε την πετρώδης κάλυψη και τον πλούτο φυτικών ειδών ως τους ισχυρότερους παράγοντες που διαμορφώνουν τη σύνθεση κοινοτήτων (p < 0.05), και σε συνδυασμό με το υψόμετρο, την κάλυψη αγρωστωδών/ποωδών φυτών, την κάλυψη σκληρόφυλλων φυτών, την κάλυψη γυμνού εδάφους, το μέσο αγρωστώδες/ποώδες ύψος, το μέσο ύψος θάμνων, την αφθονία ανθέων και τον TWGI, εξήγησαν το 40% της διακύμανσης. Ο αριθμός ειδών (Γενικευμένα Προσθετικά Μοντέλα, R² = 0.20) αυξήθηκε με το υψόμετρο και τον φυτικό πλούτο, αλλά μειώθηκε με την αύξηση του ΔLAI. Η συνολική αφθονία (Μικτά Γενικευμένα Προσθετικά Μοντέλα, R² = 0.68) αυξήθηκε με το υψόμετρο, μειώθηκε με την πετρώδης κάλυψη και παρουσίασε καμπυλόγραμμη σχέση με το αγρωστώδες/ποώδες ύψος της βλάστησης, με μέγιστα στα ~15–20 cm και ~50–60 cm, αντανακλώντας τις προτιμήσεις των Καιλίφερων και Ξιφοφόρων αντίστοιχα. Η αφθονία των Καιλίφερων αυξήθηκε επίσης με το υψόμετρο και μειώθηκε με την πετρώδης κάλυψη, ενώ η αφθονία των Ξιφοφόρων συσχετίστηκε θετικά με την κάλυψη γυμνού εδάφους και μεγιστοποιήθηκε στα 1,700–1,800 m. Συμπερασματικά, με βάση τις κοινές οικολογικές προτιμήσεις των Καιλίφερων και των Ξιφοφόρων, προτείνουμε ως μέγιστο βοσκοφόρτωσης τη τιμή 0.63 LU/ha σε πιο ξηρούς βοσκότοπους (NDII 0.2). Η ενσωμάτωση αυτών των οικολογικών πτυχών στα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης μπορεί να υποστηρίξει τη διατήρηση των Ορθοπτέρων και άλλων εντόμων (με κοινά πρότυπα κατανομής) υπό συνθήκες αυξανόμενης ξηρότητας.
Η IV RUPICAPRA SYMPOSIUM
(September 2025, Konitsa, Greece) IS POSTPONED
Updates will be announced in September